Greek-German translation for "έξω"

"έξω" German translation

έξω
[ˈekso]επίρρημα | Adverb adv

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

examples
έξω
[ˈekso]επίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

examples
  • ο έξω κόσμοςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    die Außenweltθηλυκό | Femininum, weiblich f
    ο έξω κόσμοςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
λύσσαξε να βγει έξω
er/sie will unbedingt rausgehen
λύσσαξε να βγει έξω
αυτός δεν είναι λόγος να βγεις έξω από τα ρούχα σου οικείο | umgangssprachlichοικ
das ist kein Grund aus der Haut zu fahren
αυτός δεν είναι λόγος να βγεις έξω από τα ρούχα σου οικείο | umgangssprachlichοικ
όταν το ακούω αυτό βγαίνω έξω από τα ρούχα μου οικείο | umgangssprachlichοικ
wenn ich das höre, platzt mir der Kragen
όταν το ακούω αυτό βγαίνω έξω από τα ρούχα μου οικείο | umgangssprachlichοικ
κρατιέμαι έξω από κάτι
sich aus etwas heraushalten
κρατιέμαι έξω από κάτι
μέσα κι έξω
μέσα κι έξω
γίνομαι έξω φρενών οικείο | umgangssprachlichοικ
γίνομαι έξω φρενών οικείο | umgangssprachlichοικ
κλείνομαι (απ’) έξω
sich aussperren
κλείνομαι (απ’) έξω
όταν δεν του αρέσει κάτι, τα λέει έξω από τα δόντια
wenn ihm etwas nicht passt, nimmt er kein Blatt vor den Mund
όταν δεν του αρέσει κάτι, τα λέει έξω από τα δόντια
βγαίνω έξω σπρώχνοντας
βγαίνω έξω σπρώχνοντας
aussitzen
πέφτω έξω
sich täuschen
πέφτω έξω

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: