Greek-German translation for "κίνηση"

"κίνηση" German translation

κίνηση
[ˈkjinisi]θηλυκό | Femininum, weiblich f

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Bewegungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    κίνηση ενέργεια, του σώματος
    κίνηση ενέργεια, του σώματος
  • Ruckαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κίνηση απότομη
    κίνηση απότομη
  • Gesteθηλυκό | Femininum, weiblich f
    κίνηση χειρονομία, κ. μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
    κίνηση χειρονομία, κ. μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
  • Betriebαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κίνηση εμπόριο | Handelεμπ
    κίνηση εμπόριο | Handelεμπ
  • (Auto-)Verkehrαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κίνηση κυκλοφορία αυτοκινήτων
    κίνηση κυκλοφορία αυτοκινήτων
  • Betriebsamkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
    κίνηση στην αγορά, στα μαγαζιά
    reges Treibenουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    κίνηση στην αγορά, στα μαγαζιά
    κίνηση στην αγορά, στα μαγαζιά
  • Schrittαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κίνηση βήμα μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
    Zugαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κίνηση βήμα μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
    κίνηση βήμα μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
  • Zugαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κίνηση στο σκάκι
    κίνηση στο σκάκι
examples
  • θέτω σε κίνηση
    in Betrieb setzen
    θέτω σε κίνηση
  • με μια κίνηση
    mit einem Ruck
    με μια κίνηση
  • κίνηση επιστροφής
    Rückreiseverkehrαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κίνηση επιστροφής
  • hide examplesshow examples
αντανακλαστική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Reflexbewegungθηλυκό | Femininum, weiblich f
αντανακλαστική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
κατάλληλος για οδική κίνηση
κατάλληλος για οδική κίνηση
παλινδρομική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Pendelbewegungθηλυκό | Femininum, weiblich f
παλινδρομική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
σε αργή κίνηση
in Zeitlupeθηλυκό | Femininum, weiblich f
σε αργή κίνηση
καταλληλότητα για οδική κίνηση
Verkehrstüchtigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
καταλληλότητα για οδική κίνηση
περιστροφική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Drehbewegungθηλυκό | Femininum, weiblich f
περιστροφική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
θέτω σε κίνηση
θέτω σε κίνηση
λήψη σε αργή κίνηση
Zeitlupenaufnahmeθηλυκό | Femininum, weiblich f
λήψη σε αργή κίνηση
μελετημένη κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
einstudierter Spielzugαρσενικό | Maskulinum, männlich m
μελετημένη κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
ακατάλληλος για οδική κίνηση
ακατάλληλος για οδική κίνηση
επικράτησε μεγάλη κίνηση
es herrschte viel Betrieb
επικράτησε μεγάλη κίνηση
έτοιμος προς κίνηση
έτοιμος προς κίνηση
σιδηροδρομική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Eisenbahnverkehrαρσενικό | Maskulinum, männlich m
σιδηροδρομική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
κυκλοφοριακή κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Autoverkehrαρσενικό | Maskulinum, männlich m
κυκλοφοριακή κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
μπροστινή κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Vorwärtsbewegungθηλυκό | Femininum, weiblich f
μπροστινή κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
αμυντική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Abwehrbewegungθηλυκό | Femininum, weiblich f
αμυντική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
παραπλανητική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Täuschungsmanöverουδέτερο | Neutrum, sächlich n
παραπλανητική κίνησηθηλυκό | Femininum, weiblich f

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: