Greek-German translation for "έχω"

"έχω" German translation

έχω
[ˈexo]μεταβατικό ρήμα | transitives Verb v/t &αμετάβατο ρήμα | intransitives Verb v/i <είχα>

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • haben
    έχω
    έχω
  • besitzen
    έχω είμαι κύριος
    έχω είμαι κύριος
  • kosten
    έχω κοστίζω
    έχω κοστίζω
  • leiden an+δοτική | +Dativ +dat
    έχω πάσχω από κάτι
    έχω πάσχω από κάτι
examples
  • έχω να
    έχω να
  • έχει [ˈeçi]
    es gibt (+αιτιατική | +Akkusativ+akk /+αιτιατική | +Akkusativ +akk) (+αιτιατική | +Akkusativ+akk /+αιτιατική | +Akkusativ +akk)
    έχει [ˈeçi]
  • πού έχει …;
    wo gibt es …?
    πού έχει …;
  • hide examplesshow examples
έχω νεύρα
έχω νεύρα
έχω ρεύμα
έχω ρεύμα
Einfluss haben (σε auf+αιτιατική | +Akkusativ +akk)
έχω πείρα
Erfahrung haben (σε in+δοτική | +Dativ +dat)
έχω πείρα
έχω άδεια
auf Urlaub sein
έχω άδεια
bangen (για um)
έχω αγωνία
vertrauen (σεδοτική | Dativ datή | oder od auf+αιτιατική | +Akkusativ +akk)
έχω πυρετό
έχω πυρετό
έχω ελεύθερο
έχω ελεύθερο
έχω μπελάδες
έχω μπελάδες
έχω ιστορίες
Ärger haben (με mit)
έχω ιστορίες
έχω λόξυγγα
έχω λόξυγγα
έχω σκοπό
beabsichtigen (να zu)
έχω σκοπό

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: