Greek-German translation for "δύναμη"

"δύναμη" German translation

δύναμη
[ˈðinami]θηλυκό | Femininum, weiblich f

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Kraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
    δύναμη γεν
    Stärkeθηλυκό | Femininum, weiblich f
    δύναμη γεν
    δύναμη γεν
  • Machtθηλυκό | Femininum, weiblich f
    δύναμη επιρροή, εξουσία πολιτική | Politikπολιτ στρατιωτικός όρος | Militär, militärischστρατ
    δύναμη επιρροή, εξουσία πολιτική | Politikπολιτ στρατιωτικός όρος | Militär, militärischστρατ
  • Potenzθηλυκό | Femininum, weiblich f
    δύναμη μαθηματικά | Mathematikμαθ
    δύναμη μαθηματικά | Mathematikμαθ
examples
  • μεγάλη δύναμη
    Großmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
    μεγάλη δύναμη
  • δίνω δύναμη σε κάποιον
    jemandem Halt geben
    δίνω δύναμη σε κάποιον
  • κινητήρια δύναμη
    Triebkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
    κινητήρια δύναμη
  • hide examplesshow examples
εμπορική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Handelsmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
εμπορική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
απίστευτη δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Riesenkräfteπληθυντικός | Plural pl
απίστευτη δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
μαχητική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Schlagkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
μαχητική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
κατοχική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Besatzungsmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
κατοχική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
στοιχειώδης δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Urgewaltθηλυκό | Femininum, weiblich f
στοιχειώδης δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
σωματική δύναμη
Körperkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
σωματική δύναμη
μυϊκή δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Muskelkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
μυϊκή δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
φυγόκεντρος δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Fliehkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
Zentrifugalkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
φυγόκεντρος δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
αποικιοκρατική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Kolonialmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
αποικιοκρατική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
παγκόσμια δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Weltmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
παγκόσμια δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
εκρηκτική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Sprengkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
εκρηκτική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
πυρηνική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Atomstreitmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
πυρηνική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
κινητήρια δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Antriebαρσενικό | Maskulinum, männlich m
κινητήρια δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
οικονομική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Wirtschaftskraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
οικονομική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
στρατιωτική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Kampfgruppeθηλυκό | Femininum, weiblich f
στρατιωτική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
αγοραστική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Kaufkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
αγοραστική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
θαλάσσια δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Seemachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
θαλάσσια δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
μεγάλη δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Großmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
μεγάλη δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
μαγική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Zauberkraftθηλυκό | Femininum, weiblich f
μαγική δύναμηθηλυκό | Femininum, weiblich f

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: