Greek-German translation for "γραφείο"

"γραφείο" German translation

γραφείο
[ɣraˈfio]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Schreibtischαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    γραφείο έπιπλο
    γραφείο έπιπλο
  • Arbeitszimmerουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    γραφείο δωμάτιο
    γραφείο δωμάτιο
  • Büroουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    γραφείο χώρος εργασίας
    γραφείο χώρος εργασίας
  • Amtουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    γραφείο τμήμα υπηρεσίας
    γραφείο τμήμα υπηρεσίας
examples
  • δικηγορικό γραφείο
    (Anwalts-)Kanzleiθηλυκό | Femininum, weiblich f
    δικηγορικό γραφείο
  • γραφείο γνωριμιών
    Partnervermittlungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    γραφείο γνωριμιών
  • γραφείο γραμματέα δήμου
    Ordnungsamtουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    γραφείο γραμματέα δήμου
  • hide examplesshow examples
γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n απολεσθέντων αντικειμένων
Fundbüroουδέτερο | Neutrum, sächlich n
γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n απολεσθέντων αντικειμένων
δικηγορικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Anwaltsbüroουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Anwaltskanzleiθηλυκό | Femininum, weiblich f
δικηγορικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
ταχυδρομικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Poststelleθηλυκό | Femininum, weiblich f
ταχυδρομικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
αρχιτεκτονικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Architektenbüroουδέτερο | Neutrum, sächlich n
αρχιτεκτονικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
ταξιδιωτικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Reisegesellschaftθηλυκό | Femininum, weiblich f
ταξιδιωτικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
μεταφραστικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Übersetzungsbüroουδέτερο | Neutrum, sächlich n
μεταφραστικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
τουριστικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Reisebüroουδέτερο | Neutrum, sächlich n
τουριστικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
μεσιτικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n εργασίας
Stellenvermittlungθηλυκό | Femininum, weiblich f
μεσιτικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n εργασίας
γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n μεταφορών
Speditionθηλυκό | Femininum, weiblich f
γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n μεταφορών
συμβουλευτικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Anlaufstelleθηλυκό | Femininum, weiblich f
Beratungsstelleθηλυκό | Femininum, weiblich f
συμβουλευτικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
κεντρικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Hauptbüroουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Hauptniederlassungθηλυκό | Femininum, weiblich f
Hauptsitzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
κεντρικό γραφείοουδέτερο | Neutrum, sächlich n

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: