Greek-German translation for "αύξηση"

"αύξηση" German translation

αύξηση
[ˈafksisi]θηλυκό | Femininum, weiblich f

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Erhöhungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αύξηση μισθού
    αύξηση μισθού
  • Zunahmeθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αύξηση
    αύξηση
  • Zuwachsαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    αύξηση
    αύξηση
  • Vermehrungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αύξηση
    αύξηση
  • Steigerungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αύξηση
    αύξηση
examples
  • αύξηση απόδοσης
    Leistungssteigerungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αύξηση απόδοσης
  • αύξηση γεννήσεων
    Geburtenzuwachsαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    αύξηση γεννήσεων
  • αύξηση εισοδήματος
    Einkommenszuwachsαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    αύξηση εισοδήματος
  • hide examplesshow examples
πίεση για αύξηση της απόδοσης
Leistungsdruckαρσενικό | Maskulinum, männlich m
πίεση για αύξηση της απόδοσης
πρόγραμμα για αύξηση της προσφοράς εργασίας
Arbeitsbeschaffungsprogrammουδέτερο | Neutrum, sächlich n
πρόγραμμα για αύξηση της προσφοράς εργασίας
πληθυσμιακή αύξησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Bevölkerungszunahmeθηλυκό | Femininum, weiblich f
πληθυσμιακή αύξησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
κυτταρική αύξησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Zellwachstumουδέτερο | Neutrum, sächlich n
κυτταρική αύξησηθηλυκό | Femininum, weiblich f

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: