Greek-German translation for "λεπτός"

"λεπτός" German translation

λεπτός
[lepˈtos], λεπτή, λεπτόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • dünn, schlank
    λεπτός άνθρωπος
    λεπτός άνθρωπος
  • schmal
    λεπτός πρόσωπο
    λεπτός πρόσωπο
  • fein
    λεπτός λεπτοκαμωμένος
    λεπτός λεπτοκαμωμένος
  • fein, dünn
    λεπτός μαλλιά
    λεπτός μαλλιά
  • taktvoll, feinfühlig
    λεπτός διακριτικός, ευγενικός
    λεπτός διακριτικός, ευγενικός
  • heikel, delikat
    λεπτός ερώτηση
    λεπτός ερώτηση
  • zart
    λεπτός ύφασμα
    λεπτός ύφασμα
  • hoch
    λεπτός φωνή
    λεπτός φωνή
  • fein
    λεπτός όραση, ακοή
    λεπτός όραση, ακοή

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: