Greek-German translation for "κληρονομικός"

"κληρονομικός" German translation

κληρονομικός
[klironomiˈkos], κληρονομική, κληρονομικόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Erbschafts-
    κληρονομικός σχετικός με την κληρονομιά
    κληρονομικός σχετικός με την κληρονομιά
  • erblich, Erb-
    κληρονομικός βιολογία | Biologieβιολ
    κληρονομικός βιολογία | Biologieβιολ
  • (ver)erblich, vererbbar
    κληρονομικός ιδιότητα, ασθένεια
    κληρονομικός ιδιότητα, ασθένεια
examples
  • κληρονομική αντιδικίαθηλυκό | Femininum, weiblich f
    Erbschaftsstreitαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κληρονομική αντιδικίαθηλυκό | Femininum, weiblich f
  • κληρονομικό δίκαιοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    Erbrechtουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    κληρονομικό δίκαιοουδέτερο | Neutrum, sächlich n
  • κληρονομικός παράγονταςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    Erbanlageθηλυκό | Femininum, weiblich f
    κληρονομικός παράγονταςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
  • hide examplesshow examples

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: