Greek-German translation for "διάλειμμα"

"διάλειμμα" German translation

διάλειμμα
[ðiˈalima, ˈðjalima]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Pauseθηλυκό | Femininum, weiblich f
    διάλειμμα κ. στο θέατρο
    διάλειμμα κ. στο θέατρο
examples
  • κάνω ένα διάλειμμα
    (eine) Pause machen
    κάνω ένα διάλειμμα
  • κατά διαλείμματα
    hin und wieder
    κατά διαλείμματα
  • διάλειμμα για διαφημίσεις τηλεόραση | Fernsehenτηλ
    Werbeblockαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    διάλειμμα για διαφημίσεις τηλεόραση | Fernsehenτηλ
  • hide examplesshow examples
πρωινό διάλειμμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Frühstückspauseθηλυκό | Femininum, weiblich f
πρωινό διάλειμμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
μικρό διάλειμμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Atempauseθηλυκό | Femininum, weiblich f
μικρό διάλειμμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
μεσημεριανό διάλειμμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Mittagspauseθηλυκό | Femininum, weiblich f
μεσημεριανό διάλειμμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: