Greek-German translation for "αναγκαστικός"

"αναγκαστικός" German translation

αναγκαστικός
[anaŋgastiˈkos], αναγκαστική, αναγκαστικόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • zwingend
    αναγκαστικός υποχρεωτικός
    αναγκαστικός υποχρεωτικός
  • unfreiwillig
    αναγκαστικός ακούσιος
    αναγκαστικός ακούσιος
  • Not-
    αναγκαστικός επιβαλλόμενος από τις συνθήκες
    αναγκαστικός επιβαλλόμενος από τις συνθήκες
examples
  • αναγκαστική προσγείωσηθηλυκό | Femininum, weiblich f
    Notlandungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αναγκαστική προσγείωσηθηλυκό | Femininum, weiblich f
  • αναγκαστική απαλλοτρίωσηθηλυκό | Femininum, weiblich f
    Zwangsenteignungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αναγκαστική απαλλοτρίωσηθηλυκό | Femininum, weiblich f
  • αναγκαστική παροχήθηλυκό | Femininum, weiblich f τροφής
    Zwangsernährungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αναγκαστική παροχήθηλυκό | Femininum, weiblich f τροφής
  • hide examplesshow examples

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: