Greek-German translation for "φυσιολογικός"

"φυσιολογικός" German translation

φυσιολογικός
[fisiolojiˈkos], φυσιολογική, φυσιολογικόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • physiologisch
    φυσιολογικός σύμφωνος με τη φυσιολογία
    φυσιολογικός σύμφωνος με τη φυσιολογία
  • normal
    φυσιολογικός σύμφωνος με τη φύση
    φυσιολογικός σύμφωνος με τη φύση
examples
  • φυσιολογική κατάστασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
    Normalzustandαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    φυσιολογική κατάστασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
  • φυσιολογική περίπτωσηθηλυκό | Femininum, weiblich f
    Normalfallαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    φυσιολογική περίπτωσηθηλυκό | Femininum, weiblich f
  • φυσιολογικό βάροςουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    Normalgewichtουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    φυσιολογικό βάροςουδέτερο | Neutrum, sächlich n
  • hide examplesshow examples

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: