Greek-German translation for "τρόπος"

"τρόπος" German translation

τρόπος
[ˈtropos]αρσενικό | Maskulinum, männlich m

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Artθηλυκό | Femininum, weiblich f
    τρόπος μέθοδος
    τρόπος μέθοδος
  • Verfahrenουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    τρόπος διαδικασία
    τρόπος διαδικασία
  • Benehmenουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    τρόπος συμπεριφορά
    τρόπος συμπεριφορά
  • Mittelουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    τρόπος μέσο μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
    Wegαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    τρόπος μέσο μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
    τρόπος μέσο μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
examples
  • τρόποι
    Umgangsformenπληθυντικός θηλυκού | Femininum Plural fpl
    Manierenπληθυντικός θηλυκού | Femininum Plural fpl
    Benehmenουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    τρόποι
  • με κάθε τρόπο
    unter allen Umständen
    με κάθε τρόπο
  • με κανέναν τρόπο
    auf keinen Fall
    με κανέναν τρόπο
  • hide examplesshow examples
οικείος τρόποςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
Koseformθηλυκό | Femininum, weiblich f
οικείος τρόποςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
υλιστικός τρόποςαρσενικό | Maskulinum, männlich m ζωής μειωτικός όρος | pejorativ, abwertendμειωτ
Wohlstandsdenkenουδέτερο | Neutrum, sächlich n
υλιστικός τρόποςαρσενικό | Maskulinum, männlich m ζωής μειωτικός όρος | pejorativ, abwertendμειωτ
μείζων τρόπος
Durουδέτερο | Neutrum, sächlich n
μείζων τρόπος

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: