Greek-German translation for "σύμβαση"

"σύμβαση" German translation

σύμβαση
[ˈsimvasi]θηλυκό | Femininum, weiblich f

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Abkommenουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    σύμβαση
    σύμβαση
  • befristeter Vertragαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    σύμβαση συμβόλαιο περιορισμένου χρόνου
    σύμβαση συμβόλαιο περιορισμένου χρόνου
  • Konventionθηλυκό | Femininum, weiblich f
    σύμβαση νόρμα
    σύμβαση νόρμα
examples
  • κατά τη σύμβαση
    κατά τη σύμβαση
  • σύμβαση για επαγγελματική μαθητεία
    Ausbildungsvertragαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    σύμβαση για επαγγελματική μαθητεία
  • σύμβαση δανείου
    Darlehensvertragαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    σύμβαση δανείου
  • hide examplesshow examples
καταγγέλλω σύμβαση
εργαζόμενος με σύμβαση υπεργολαβίας
Leiharbeiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m
εργαζόμενος με σύμβαση υπεργολαβίας
συλλογική σύμβασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Tarifabschlussαρσενικό | Maskulinum, männlich m
Tarifvertragαρσενικό | Maskulinum, männlich m
συλλογική σύμβασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
εργαζόμενηθηλυκό | Femininum, weiblich f με σύμβαση υπεργολαβίας
Leiharbeiterinθηλυκό | Femininum, weiblich f
εργαζόμενηθηλυκό | Femininum, weiblich f με σύμβαση υπεργολαβίας

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: