Greek-German translation for "πηγή"
"πηγή" German translation
γλώσσα πηγή
Ausgangsspracheθηλυκό | Femininum, weiblich f
γλώσσα πηγή
κύρια πηγήθηλυκό | Femininum, weiblich f εισοδήματος
Haupteinnahmequelleθηλυκό | Femininum, weiblich f
κύρια πηγήθηλυκό | Femininum, weiblich f εισοδήματος
κύρια πηγήθηλυκό | Femininum, weiblich f μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
Hauptquelleθηλυκό | Femininum, weiblich f
κύρια πηγήθηλυκό | Femininum, weiblich f μεταφορικά | in übertragenem Sinnμτφ
ιαματική πηγήθηλυκό | Femininum, weiblich f
Heilquelleθηλυκό | Femininum, weiblich f
ιαματική πηγήθηλυκό | Femininum, weiblich f