δασκάλα
[ðasˈkala]θηλυκό | Femininum, weiblich fOverview of all translations
(For more details, click/tap on the translation)
- Lehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich fδασκάλα γεν, δημοτικούδασκάλα γεν, δημοτικού
examples
- δασκάλα αγγλικώνEnglischlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα ΓερμανικώνDeutschlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα γεωγραφίαςErdkundelehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα γιόγκαYogalehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα γλωσσώνSprachlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα ΕλληνικώνGriechischlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα ζωγραφικήςZeichenlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα ηθικήςEthiklehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα θρησκευτικώνReligionslehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα ιδιαίτερου μαθήματοςNachhilfelehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα ιστορίαςGeschichtslehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα κολύμβησηςSchwimmlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα λατινικώνLateinlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα μουσικήςMusiklehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα οδήγησηςFahrlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα τάξηςKlassenlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα τραγουδιούGesanglehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- Lehramtsanwärterinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα ΦυσικήςPhysiklehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
- δασκάλα χορούTanzlehrerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
hide examplesshow examples