Greek-German translation for "αρωματικός"

"αρωματικός" German translation

αρωματικός
[aromatiˈkos], αρωματική, αρωματικόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • aromatisch
    αρωματικός
    αρωματικός
  • duftend, wohlriechend
    αρωματικός ευωδιαστός
    αρωματικός ευωδιαστός
  • würzig
    αρωματικός πικάντικος
    αρωματικός πικάντικος
examples
  • αρωματικό κερίουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    Duftkerzeθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αρωματικό κερίουδέτερο | Neutrum, sächlich n
  • αρωματικό στικουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    Räucherstäbchenουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    αρωματικό στικουδέτερο | Neutrum, sächlich n
  • αρωματικός κώνοςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    Räucherkerzeθηλυκό | Femininum, weiblich f
    αρωματικός κώνοςαρσενικό | Maskulinum, männlich m

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: