ένδειξη
[ˈenðiksi]θηλυκό | Femininum, weiblich fOverview of all translations
(For more details, click/tap on the translation)
- (An-)Zeichenουδέτερο | Neutrum, sächlich nένδειξη δηλωτικόHinweisαρσενικό | Maskulinum, männlich mένδειξη δηλωτικόένδειξη δηλωτικό
- Anhaltspunktαρσενικό | Maskulinum, männlich mένδειξη στοιχείοένδειξη στοιχείο
- Indizθηλυκό | Femininum, weiblich fένδειξη συχνάπληθυντικός | Plural pl σχετικά με έγκλημαένδειξη συχνάπληθυντικός | Plural pl σχετικά με έγκλημα
- Anzeigeθηλυκό | Femininum, weiblich fένδειξη μηχανήματοςένδειξη μηχανήματος
- Indikationθηλυκό | Femininum, weiblich fένδειξη ιατρική | Medizinιατρένδειξη ιατρική | Medizinιατρ