Greek-German translation for "ψάρι"
"ψάρι" German translation
αρπακτικό ψάριουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Raubfischαρσενικό | Maskulinum, männlich m
αρπακτικό ψάριουδέτερο | Neutrum, sächlich n
δηλητηρίαση από ψάρι
Fischvergiftungθηλυκό | Femininum, weiblich f
δηλητηρίαση από ψάρι
σερβίτσιο για το ψάρι
Fischbesteckουδέτερο | Neutrum, sächlich n
σερβίτσιο για το ψάρι
τηγανητό ψάριουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Bratfischαρσενικό | Maskulinum, männlich m
τηγανητό ψάριουδέτερο | Neutrum, sächlich n
αποξηραμένο ψάριουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Dörrfischαρσενικό | Maskulinum, männlich m
αποξηραμένο ψάριουδέτερο | Neutrum, sächlich n