„μήλο“: ουδέτερο μήλο [ˈmilo]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Apfel Apfelαρσενικό | Maskulinum, männlich m μήλο μήλο examples το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει παροιμία der Apfel fällt nicht weit vom Stamm το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει παροιμία χυμόςαρσενικό | Maskulinum, männlich m μήλου Apfelsaftαρσενικό | Maskulinum, männlich m χυμόςαρσενικό | Maskulinum, männlich m μήλου μήλο του Αδάμ Adamsapfelαρσενικό | Maskulinum, männlich m μήλο του Αδάμ μήλο της έριδος Zankapfelαρσενικό | Maskulinum, männlich m μήλο της έριδος hide examplesshow examples