„χαρτοποιείο“: ουδέτερο χαρτοποιείο [xartopiˈio]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Papierfabrik Papierfabrikθηλυκό | Femininum, weiblich f χαρτοποιείο χαρτοποιείο