„πριμ“: ουδέτερο πριμ [prim]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Prämie Prämieθηλυκό | Femininum, weiblich f πριμ πριμ examples πριμ απόδοσης Leistungsprämieθηλυκό | Femininum, weiblich f πριμ απόδοσης