„πισινός“: επίθετο, ως επίθετο πισινός [pisiˈnos]επίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj, πισινή, πισινό Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Hinter- Hinter- πισινός πισινός examples πισινή πόρτα Hintertürθηλυκό | Femininum, weiblich f πισινή πόρτα πισινό σπίτιουδέτερο | Neutrum, sächlich n Gartenhausουδέτερο | Neutrum, sächlich n πισινό σπίτιουδέτερο | Neutrum, sächlich n „πισινός“: αρσενικό πισινός [pisiˈnos]αρσενικό | Maskulinum, männlich m Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Hintern, Po Hinternαρσενικό | Maskulinum, männlich m πισινός οικείο | umgangssprachlichοικ πισινός οικείο | umgangssprachlichοικ Poαρσενικό | Maskulinum, männlich m πισινός οικείο | umgangssprachlichοικ πισινός οικείο | umgangssprachlichοικ