„πιθηκίνα“: θηλυκό πιθηκίνα [piθiˈkjina]θηλυκό | Femininum, weiblich f Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Äffin Äffinθηλυκό | Femininum, weiblich f πιθηκίνα πιθηκίνα