περιοριστικός
[perioristiˈkos], περιοριστική, περιοριστικόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adjOverview of all translations
(For more details, click/tap on the translation)
- einschränkendπεριοριστικόςπεριοριστικός
Thank you for your feedback!