„μικροεγκληματίας“: αρσενικό και θηλυκό μικροεγκληματίας [mikroeŋglimaˈtias]αρσενικό και θηλυκό | Maskulinum und Femininum m/f Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Kleinkriminelle Kleinkriminelle(r)αρσενικό και θηλυκό | Maskulinum und Femininum m/f μικροεγκληματίας μικροεγκληματίας