μετασχηματιστής
[metasçimatisˈtis]αρσενικό | Maskulinum, männlich mOverview of all translations
(For more details, click/tap on the translation)
- Transformatorαρσενικό | Maskulinum, männlich mμετασχηματιστής ηλεκτρολογία | Elektrizität, Elektrotechnikηλεκτρμετασχηματιστής ηλεκτρολογία | Elektrizität, Elektrotechnikηλεκτρ