„κυπρίνος“: αρσενικό κυπρίνος [kjiˈprinos]αρσενικό | Maskulinum, männlich m Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Karpfen Karpfenαρσενικό | Maskulinum, männlich m κυπρίνος κυπρίνος