Greek-German translation for "κτήμα"

"κτήμα" German translation

κτήμα
[ˈktima]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Besitzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    κτήμα ιδιοκτησία
    κτήμα ιδιοκτησία
  • Grundstückουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    κτήμα οικόπεδο
    κτήμα οικόπεδο
  • (Land-)Gutουδέτερο | Neutrum, sächlich n
    κτήμα ιδιόκτητη έκταση
    κτήμα ιδιόκτητη έκταση
examples
  • κτήματαπληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl
    Ländereienπληθυντικός θηλυκού | Femininum Plural fpl
    κτήματαπληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl
  • κτήμα καλλιέργειας κρασιού
    Weinkellereiθηλυκό | Femininum, weiblich f
    κτήμα καλλιέργειας κρασιού
κοινό κτήμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Gemeingutουδέτερο | Neutrum, sächlich n
κοινό κτήμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: