„ηλιόσπορος“: αρσενικό ηλιόσπορος [ˈiʎosporos]αρσενικό | Maskulinum, männlich m Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Sonnenblumenkern Sonnenblumenkernαρσενικό | Maskulinum, männlich m ηλιόσπορος ηλιόσπορος