„ερμηνευτική“: θηλυκό ερμηνευτική [ermineftiˈkji]θηλυκό | Femininum, weiblich f Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Hermeneutik Hermeneutikθηλυκό | Femininum, weiblich f ερμηνευτική ερμηνευτική