Greek-German translation for "εξουσιοδότηση"

"εξουσιοδότηση" German translation

εξουσιοδότηση
[eksusioˈðotisi]θηλυκό | Femininum, weiblich f

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Ermächtigungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    εξουσιοδότηση
    Vollmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
    εξουσιοδότηση
    εξουσιοδότηση
  • Befugnisθηλυκό | Femininum, weiblich f
    εξουσιοδότηση αρμοδιότητα
    εξουσιοδότηση αρμοδιότητα
  • Berechtigungθηλυκό | Femininum, weiblich f
    εξουσιοδότηση δικαίωμα
    εξουσιοδότηση δικαίωμα
  • Autorisationθηλυκό | Femininum, weiblich f
    εξουσιοδότηση έγκριση
    εξουσιοδότηση έγκριση
examples
  • εξουσιοδότηση εν λευκώ
    Blankovollmachtθηλυκό | Femininum, weiblich f
    εξουσιοδότηση εν λευκώ
ειδική εξουσιοδότησηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Ausnahmegenehmigungθηλυκό | Femininum, weiblich f
ειδική εξουσιοδότησηθηλυκό | Femininum, weiblich f

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: