„γνέσιμο“: ουδέτερο γνέσιμο [ˈɣnesimo]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Spinnen Spinnenουδέτερο | Neutrum, sächlich n γνέσιμο γνέσιμο