„γκαραζόπορτα“: θηλυκό γκαραζόπορτα [garaˈzoporta]θηλυκό | Femininum, weiblich f Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Garagentor Garagentorουδέτερο | Neutrum, sächlich n γκαραζόπορτα γκαραζόπορτα