Greek-German translation for "έξοδο"

"έξοδο" German translation

έξοδο
[ˈeksoðo]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n

Overview of all translations

(For more details, click/tap on the translation)

  • Ausgabeθηλυκό | Femininum, weiblich f
    έξοδο χρηματικό
    έξοδο χρηματικό
  • (Un-)Kostenπληθυντικός | Plural pl
    έξοδο πληθυντικός | Pluralpl
    Spesenπληθυντικός | Plural pl
    έξοδο πληθυντικός | Pluralpl
    Ausgabenπληθυντικός θηλυκού | Femininum Plural fpl
    έξοδο πληθυντικός | Pluralpl
    έξοδο πληθυντικός | Pluralpl
examples
  • έξοδαπληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl αποθήκευσης
    Lagerhaltungskostenπληθυντικός | Plural pl
    έξοδαπληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl αποθήκευσης
  • έξοδαπληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl αποστολής
    Versandkostenπληθυντικός | Plural pl
    έξοδαπληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl αποστολής
  • έξοδαπληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl βενζίνης
    Benzinkostenπληθυντικός | Plural pl
    έξοδαπληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl βενζίνης
  • hide examplesshow examples
βρίσκω το δρόμο/την έξοδο
den Weg/Ausgang finden, herausfinden
βρίσκω το δρόμο/την έξοδο

Tell us what you think!

Do you like the Langenscheidt online dictionary?

Many thanks for your review!

Do you have any feedback regarding our online dictionaries?

Is a translation missing, have you noticed a mistake, or do you just want to leave some positive feedback? Please fill out the feedback form. Giving an email address is optional and, under our privacy policy, used only to handle your enquiry.

Please confirm you are human by ticking the checkbox.*

*Mandatory field

Please fill in the fields marked *.

Thank you for your feedback!

Visit us at: