Bärendreck
Maskulinum, männlich | αρσενικό m Süddeutsch | νοτιογερμανική παραλλαγήsüdd österreichische Variante | αυστριακή παραλλαγή (εκ-δοχή)österr schweizerische Variante | ελβετική παραλλαγήschweiz umgangssprachlich | οικείοumgOverview of all translations
(For more details, click/tap on the translation)
- γλυκόριζαFemininum, weiblich | θηλυκό fBärendreckBärendreck