„ψαρόλαδο“: ουδέτερο ψαρόλαδο [psaˈrolaðo]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Fischtran Fischtranαρσενικό | Maskulinum, männlich m ψαρόλαδο ψαρόλαδο