Greek-German translation for "πότης"
"πότης" German translation
περιστασιακός πότηςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
Gelegenheitstrinkerαρσενικό | Maskulinum, männlich m
περιστασιακός πότηςαρσενικό | Maskulinum, männlich m
περιστασιακή πότηςθηλυκό | Femininum, weiblich f
Gelegenheitstrinkerinθηλυκό | Femininum, weiblich f
περιστασιακή πότηςθηλυκό | Femininum, weiblich f