μεταμφίεση
[metamˈfiesi]θηλυκό | Femininum, weiblich fOverview of all translations
(For more details, click/tap on the translation)
- Verkleidungθηλυκό | Femininum, weiblich fμεταμφίεσηMaskierungθηλυκό | Femininum, weiblich fμεταμφίεσημεταμφίεση