„λιγόψυχος“ λιγόψυχος [liˈɣopsixos], λιγόψυχη, λιγόψυχοεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) kleinlaut kleinlaut λιγόψυχος λιγόψυχος