κηροπήγιο
[kjiroˈpijio]ουδέτερο | Neutrum, sächlich nOverview of all translations
(For more details, click/tap on the translation)
- Kerzenhalterαρσενικό | Maskulinum, männlich mκηροπήγιοKerzenständerαρσενικό | Maskulinum, männlich mκηροπήγιοκηροπήγιο