„καταμουσκεύω“: μεταβατικό ρήμα καταμουσκεύω [katamusˈkjevo]μεταβατικό ρήμα | transitives Verb v/t Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) durchnässen durchnässen καταμουσκεύω καταμουσκεύω