„εθνικότητα“: θηλυκό εθνικότητα [eθniˈkotita]θηλυκό | Femininum, weiblich f Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Nationalität Nationalitätθηλυκό | Femininum, weiblich f εθνικότητα εθνικότητα