„γαλαζόπετρα“: θηλυκό γαλαζόπετρα [ɣalaˈzopetra]θηλυκό | Femininum, weiblich f Overview of all translations (For more details, click/tap on the translation) Türkis Türkisαρσενικό | Maskulinum, männlich m γαλαζόπετρα γαλαζόπετρα